«ΟΤΑΝ Η ΒΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥΣ» ΜΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ


Στις 25 Νοέμβρη, την Παγκόσμια Ημέρα Ενάντια στη Βία Κατά των Γυναικών, η κίνηση «Καμιά Ανοχή» διοργάνωσε φεμινιστική βραδινή πορεία. Καθώς η πορεία διερχόταν από τους δρόμους του Μεταξουργείου, άτομα και μέλη ομάδων του queer και φεμινιστικού χώρου – κάποια εξ αυτών με κουκούλες – διαπόμπευσαν, στρίμωξαν σε μια γωνία, έσπρωξαν επανειλημμένα, έβρισαν, τραμπούκισαν και απαίτησαν να αποχωρήσει (για λόγους προηγούμενης προσωπικής διένεξης) από αυτή τη δημόσια κινηματική δράση, μια συντρόφισσα, ενώ αποδέκτες της ίδιας αντιμετώπισης ήταν και μέλη της ομάδας μας (μερικ@ εκ των οποίων έκαναν περιφρούρηση) που έσπευσαν στο σημείο για να σταματήσουν το σκηνικό. Πιο συγκεκριμένα, μας έφραξαν το δρόμο, μας εμπόδισαν να βοηθήσουμε τη συντρόφισσα, μας περιόρισαν την κίνηση στο δημόσιο χώρο χτίζοντας έναν κλοιό με τα σώματά τους. Επιπλέον, μας κατηγόρησαν για αντιφεμινισμό και για στήριξη παραβιαστικού ατόμου.

Επειδή φαίνεται να έχουμε ξεχάσει τα αυτονόητα: τα παραπάνω για μας είναι ΒΙΑ, και ως τέτοια τη βιώσαμε και την καταγγέλλουμε.

Είδαμε μια αυτοοργανωμένη επίθεση πολλών εναντίον μίας γυναίκας, με τη στήριξη και ανοχή – συναίνεση άλλων, ενώ οι ίδιες επανέρχονταν διαρκώς στον προπηλακισμό παρόλο που η συντρόφισσα δεν απαντούσε στις προκλήσεις τους, μέχρι και που παρατάχθηκαν σαν μπάτσοι στο πεζοδρόμιο πηγαίνοντας η μία πίσω από την άλλη, προσπαθώντας να επιδείξουν την ισχύ τους. Η  συντρόφισσα όπως και τα μέλη της ομάδας μας δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος της αυτοάμυνας, πράγμα που εκθέτει ακόμη περισσότερο τις επιτιθέμενες. Αναρωτιόμαστε αν οι υποτιθέμενες συντρόφισσες αναλογίστηκαν τις συνέπειες των όσων έπραξαν. Σκέφτηκαν καθόλου τις γυναίκες που υπέστησαν και δεν άντεξαν τη διαπόμπευση, τον εξευτελισμό, τις κατηγορίες, την συμπεριφορά του όχλου; Μήπως αναλογίστηκαν, μιας και ευαισθητοποιούνται στα ζητήματα της βίας κατά των γυναικών, των αυτοκτονιών, της πατριαρχίας και της έμφυλης καταπίεσης, σε πόσο δυσάρεστη θέση έβαλαν μια ολόκληρη συντροφική ομάδα και πόσο εξέθεσαν μια γυναίκα που δεν νοιάστηκαν να γνωρίσουν, καθώς αποφάσισαν να το παίξουν δημόσιοι τιμωροί και δικαστές, κατασκευάζοντάς την ως το βίαιο Άλλο και ταυτοποιώντας την ως τοξική αρρενωπότητα; Από την άλλη, οι συμπεριφορές που παρατηρήσαμε υποδηλώνουν υποβόσκουσες ιεραρχικές σχέσεις, μιας και δεν ήταν μόνο η άσκηση της βίας αλλά και η συναίνεση στην άσκηση της βίας. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αν κάποια υποκείμενα ήθελαν να αντιδράσουν στο περιστατικό βίας, ίσως είχαν δυσκολία να υπερβούν την αμηχανία που προκύπτει από μια de facto εμπιστοσύνη σε συντροφικά, φιλικά κ.λπ. τους πρόσωπα, η οποία αμηχανία αξιοποιείται από όσ@ κατέχουν τα προνόμια της βίας υπέρ τους.

Η εκτέλεση του περιστατικού δείχνει πόσο βαθιά έχει ενσωματωθεί η κουλτούρα της βίας: Η συμπεριφορά του προστάτη, η μάτσο νοοτροπία, η ανάληψη της θέσης του αυτόκλητου ρυθμιστή του δημόσιου χώρου και των σχέσεων, η λογική του προσωπικού ξεκαθαρίσματος με πολιτικό προκάλυμμα, η προσπάθεια βεντετοποίησης των γεγονότων, το πολλές εναντίον μίας γυναίκας. Η συμπεριφορά τους υιοθετεί τα χαρακτηριστικά του εχθρού: πρόκειται για πατριαρχική, εξουσιαστική και αντιφεμινιστική/αντισυντροφική συμπεριφορά.  Αυτά για την ιστορία…

Αυτό που μας σοκάρει είναι ότι «συντροφικά» υποκείμενα, με τα οποία έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν και διατηρούσαμε επαφές και σχέσεις, υποτίμησαν μια πολύ σημαντική πορεία με βαθιά συμβολικό περιεχόμενο, όσο και εμάς ως ομάδα. Δεν αντιμετώπισαν αυτή την πορεία και ως δικό τους κομμάτι αλλά αντίθετα λειτούργησαν επιθετικά, αντιπαραθετικά και επικυριαρχικά προς αυτή, βάζοντάς τη σε κίνδυνο. Αλλά φαίνεται ότι το δικό τους περιεχόμενο στην έννοια της ασφάλειας είναι πιο σημαντικό από των άλλων, μέσα στα πλαίσια ενός κυνισμού, άρα και το μόνο αποδεκτό περιεχόμενο. Επομένως, παρά τις εξαντλητικές συζητήσεις για τους ασφαλείς χώρους, αποδεικνύεται ότι δεν έχουν εμπεδωθεί ακόμα τα αυτονόητα, όπως το ότι σε μια πορεία σεβόμαστε τη διοργάνωση και την περιφρούρηση καθώς και το ίδιο το σώμα της πορείας. Αυτό θεωρείται κεκτημένο. Κεκτημένο θεωρείται, επίσης, ότι ο φεμινιστικός τρόπος επίλυσης των προσωπικών διενέξεων, διαφορών, παρεξηγήσεων κ.λπ. δεν μπορεί να είναι η βία και η αυτοδικία. Αντίθετα προς τα αυτονόητα και κεκτημένα, η άσκηση της βίας επιλέχθηκε ως ο σωστός τρόπος και διανθίστηκε από ένα θεαματικό status και μια lifestyle φεμινιστική παρωδία.

Νιώθουμε, σε αυτό το σημείο, την ανάγκη να κάνουμε μια στοιχειώδη αναφορά σε κάποια ζητήματα για να ανοίξει ο προβληματισμός και ο διάλογος προς κάθε κατεύθυνση:

  1. Αυτοάμυνα και αυτοδικία

Ξαναγυρνώντας στα αυτονόητα, η αυτοάμυνα δεν έχει καμία σχέση με την αυτοδικία. Αντιθέτως, η όποια συσχέτισή τους αναπαράγει ένα λόγο σχετικοποίησης και υποτίμησης του δικαιώματος της αυτοάμυνας, που βάλλεται από την ίδια την πατριαρχία ως δικαίωμα και διεκδίκηση των γυναικών να αυτοπροστατεύονται. Το θέμα δεν είναι να μπούμε στη θέση της πατριαρχίας ούτε να αναλάβουμε τον αντίθετο πόλο του τιμωρού, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της, αλλά να σπάσουμε το σύστημα που παράγει όλες αυτές τις πατριαρχικές όψεις και τις βίες. Αυτό μπορεί να γίνει, καταρχάς, εφόσον οι ομάδες του φεμινιστικού χώρου χτίσουμε μεταξύ μας σχέσεις εμπιστοσύνης και αλληλεπίδρασης, προβληματιστούμε ειλικρινά για τους ρόλους μας, σεβόμενες τις επιμέρους διαφορές μας, αντί να αναλωνόμαστε στην αναπαραγωγή προτύπων από διάφορους πολιτικούς χώρους, συστημικούς και »αντισυστημικούς» που καλλιεργούν, προτρέπουν και επιθυμούν τις αυτοδικίες. Το στοίχημα είναι να καταφέρουμε να βγούμε προς τα έξω, προς τον κόσμο, που δεν έχει το προνόμιο του προστατευμένου περιβάλλοντος της ομάδας και να επικοινωνήσουμε το φεμινισμό.

  1. Ασφαλείς χώροι

Η ασφάλεια στους φεμινιστικούς χώρους είναι ζήτημα συλλογικής ευθύνης. Ασφάλεια για εμάς σημαίνει να ανοίξουμε το φεμινισμό στο μεγάλο χώρο, να κάνουμε δηλαδή το δύσκολο και να φέρουμε τις εαυτές και τους εαυτούς μας σε θέση ευθύνης. Αν δεν μπορούμε να εγγυηθούμε μεταξύ μας τη στοιχειώδη ασφάλεια σε μια φεμινιστική πορεία, σε μια συλλογική δράση κ.λπ. τότε έχουμε πρόβλημα. Πιστεύουμε ότι με την παρουσία μας και τη θέση ευθύνης, έχοντας σαφή όρια τα οποία κάθε φορά δημοσιοποιούμε, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε συλλογικά κάθε ζήτημα παραβίασης που μπορεί να προκύψει και ότι αυτό είναι το αίσθημα της πραγματικής ασφάλειας που εγγυόμαστε συλλογικά, αναλαμβάνοντας προσωπικές και πολιτικές ευθύνες.

  1. Φεμινισμός και βία

Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί φεμινισμοί, ωστόσο θέλουμε να διαφυλάξουμε τις όψεις των φεμινισμών από τη σχετικοποίηση που επιβάλλεται από την κυρίαρχη τάση, η οποία θεωρεί ότι καθετί που αυτοαναγορεύεται σε φεμινιστικό αξιώνει και το δικαίωμα να είναι φεμινιστικό. Υπερασπιζόμαστε τους φεμινισμούς από την καταχρηστικότητα της οποιασδήποτε επίκλησής τους που δεν έχει σαφές περιεχόμενο, θέση ευθύνης και αναγνώριση της σημασίας του κοινωνικού στοιχείου, ώστε να μη μαϊντανοποιούνται για την εξυπηρέτηση πατριαρχικών και εξουσιαστικών αντιλήψεων. Όπως ζήτημά μας δεν είναι γενικά και αόριστα η κατακραυγή της πατριαρχίας, που μπορεί να γίνει και από μια φιλελεύθερη θέση, αλλά το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς ενάντια στην πατριαρχία – που όπως προσδιορίσαμε διαθεματικά, είναι αντικαπιταλιστικό και αντιρατσιστικό μαζί – έτσι, δεν καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται, κατά την γνωστή συστημική ρήση. Αντίθετα, αναλύουμε με πολιτικούς όρους τη σχέση βίας και φεμινισμού στα πλαίσια του κινήματος, δηλαδή με βάση τα διαφορετικά πλαίσια και τις συνθήκες, τα χαρακτηριστικά, τις ποιότητες και εντάσεις, καθώς και το ζήτημα της συνάφειας μέσων και σκοπών. Οι όροι αυτοί καθορίζουν και τη στάση μας απέναντι στη βία από φεμινιστική θέση.

Δεν είμαστε πασιφίστριες και πασιφιστές. Θέλουμε, όμως, ένα φεμινιστικό πλαίσιο αναφοράς που θα συμπεριλαμβάνει την κοινωνία. Το πλαίσιο αυτό, για μας, βασίζεται στο ότι ο φεμινισμός είναι πρωτίστως σχεσιακότητα, καλλιέργεια για σχεσιακότητα, διεκδίκηση για σχεσιακότητα, αντίσταση στην απουσία της σχεσιακότητας. Είναι ο τρόπος που αμοιβαία συγκροτούμε τις υπάρξεις μας, τις σχέσεις μας και τα όριά μας. Έτσι, θέλουμε να προβληματιστούμε και να προβληματίσουμε με ένα ερώτημα: αν και είναι εύκολο – το πιο εύκολο – να απαντάς με βία στη βία, πράγμα που δεν επιλέξαμε ως απάντηση, μπορεί αυτό να είναι φεμινιστική πρόταση αν συμβαίνει και υιοθετείται μεταξύ φεμινιστριών ή μπορεί να είναι αναπαραγωγή πατριαρχικών και εξουσιαστικών ρόλων; Κάτω από ποιες συνθήκες και μέσα σε ποια πλαίσια, σκοπούς κ.λπ. αναλύονται και διακρίνονται τα πράγματα αυτά;

  1. Οι πολιτικές της διαφοράς και η πολιτική της ομοιότητας

Αν κάτι μας έχει δείξει η φεμινιστική ιστορία είναι ότι οι διαφορές που έχουν συσκοτιστεί από την πατριαρχία, οι πολλαπλές θέσεις των υποκειμένων, η αξία της ανάδειξης των ιστοριών των »άλλων» και η πρόσβασή τους στο δημόσιο λόγο και στη δημόσια δράση είναι ζητήματα που θεμελιώνουν τη φεμινιστική πρόσληψη και αποτελούν μια άλλη πρόταση ζωής. Η παθογένεια να υπακούσουν οι διαφορετικότητες στην επιτήρηση και την τιμωρία, στον παλιό κανόνα της επιστροφής σε μια ομοιότητα από τη θέση του διαφορετικού αυτή τη φορά, σε μία και μόνη αλήθεια, σε διάφορα ανταγωνιστικά μανιφέστα για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει κάποια για να είναι φεμινίστρια, queer ή οτιδήποτε, σημαίνει ότι δεν έχουμε ακόμα κατανοήσει και δεν προσπαθούμε να ζήσουμε μέσα από τις διαφορές μας, ότι δε μπορούμε να συνυπάρξουμε, να αναβαθμιστούμε ποιοτικά (πολιτικά και προσωπικά) και να βρούμε αυτό που μας συνέχει. Στην πολιτική της ομοιότητας υπάρχει μόνο μία θέση ύπαρξης και μόνο μία θέση θέασης, κρίσης και νοηματοδότησης ως εγγυητής της ασφάλειας και αχθοφόρος της αλήθειας. Στις πολιτικές της διαφοράς υπάρχει η συνείδηση της μερικότητας από τη μια, αλλά συγχρόνως η συνείδηση ότι το έδαφος μας είναι οι σχέσεις μεταξύ μας, έδαφος με όρια, κάθε φορά, που όμως είναι ευθύνη μας να διαφυλάξουμε και να προεκτείνουμε. Το τέλος κάθε ριζοσπαστικής ιδέας είναι η στιγμή που αυτή μεταστρέφεται σε ένα νέο κανόνα, σε μια νέα νόρμα, σε μια πανομοιότυπη πολιτική που συσσωρεύει υπεραξία, χαράσσει ιεραρχίες και ελέγχει προσβάσεις. Προσπαθούμε να διαφυλάξουμε τον πλούτο των διαφορών γιατί αυτό μετακινεί και εμάς σε μια θέση συνύπαρξης και διαλόγου και δεν οδηγεί στην παρακμή μιας θέσης τετελεσμένου που διεκδικεί το προνόμιο της αλήθειας και του σωστού. Υπερασπιζόμεν@ τους φεμινισμούς που αναδεικνύουν αυτές τις διαφορές και την επικοινωνία μεταξύ τους, αντιστεκόμαστε στην επιβολή ενός μοναδικού τρόπου να στοχαζόμαστε, να επικοινωνούμε, να πράττουμε, να νιώθουμε, να ζούμε.

  1. Το προσωπικό είναι πολιτικό

Η εμβληματική αυτή φράση του φεμινιστικού κινήματος επανέρχεται διαρκώς και αναδεικνύει το περιεχόμενο των πραγμάτων που κάνουμε και το πώς τα διαχειριζόμαστε. Δυστυχώς, όμως, χρησιμοποιείται και καταχρηστικά, προκειμένου να νομιμοποιήσει τη διαπόμπευση και το λιντσάρισμα ως φεμινισμό και πολιτική, να ανάγει την αδυναμία και τα λάθη της προσωπικής διαχείρισης σε αναγκαστικό πολιτικό ζήτημα. Το προσωπικό βέβαια, ούτως ή άλλως είναι πολιτικό. Έτσι πολιτικά κρίνεται και η στάση του τραμπουκισμού. Άλλωστε για μας αυτό είναι ένα πολιτικό ζήτημα των καιρών μας: η πολιτικοποίηση του προσωπικού ως δικαιολογία και το «όλ@ εναντίον όλων». Αυτή ακριβώς η λογική αποπολιτικοποιεί το προσωπικό γιατί σβήνει την υποκειμενική δυνατότητα δράσης και ευθύνης που είναι η βαθιά πολιτική διάσταση του υποκειμένου-προσώπου, ενώ στρεβλώνει την έννοια του πολιτικού ως μανιχαϊσμό και εξωτερική σχέση με το προσωπικό. Όταν λέμε ότι το προσωπικό είναι πολιτικό σημαίνει επίσης ότι το πρόσωπο δεν απεκδύεται της προσωπικής του ευθύνης. Αντιθέτως, πολιτικό σημαίνει να την αναλαμβάνει και με αυτό τον όρο να συμμετέχει και να δρα και όχι να αναθέτει τη ρύθμιση της ζωής του σε μια συλλογικότητα, στο κίνημα κ.λπ, σαν να πρόκειται για έναν ακόμα θεσμό, όπως το κράτος, η εκκλησία, η οικογένεια.

Τέλος, θέλουμε να τονίσουμε ότι επιθυμία της ομάδας μας ήταν αφενός να καταγγείλει το περιστατικό, αφετέρου να προβληματίσει ανοίγοντας ένα διάλογο πάνω σε αυτά τα ζητήματα, μιας και δεν επιλέγουμε να αναλωθούμε σε μια καταγγελία. Αυτό που θέλουμε να δηλώσουμε, κλείνοντας, είναι ότι θα είμαστε παρόντ@ και θα υπερασπιζόμαστε τις αρχές μας, διερευνώντας με αναστοχασμό και ανοιχτότητα το φεμινισμό. Θα συζητάμε ανοιχτά για αυτά τα ζητήματα, όπως συζητάμε ανοιχτά για όλα, προσπαθώντας να συνδεόμαστε με όρους πολιτικού πολιτισμού. Αυτό είναι το δικό μας πολιτικό όριο που μπαίνει από τη φεμινιστική θέση ότι το προσωπικό είναι πολιτικό.

%cf%86%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1